Οἵ Πολιτείες τῶν ἀφεντάδων

“…Οἵ λαοί πιστεύουνε πιότερο τ’ αὐτιά τους παρά τά μάτια τους.
Πιότερο τό Μῦθο παρά τά γεγονότα.
Πιότερο τή φαντασιά τους παρά τήν κρίση τους…”
Λέγει ὅ Μῶμος στόν Προμηθέα τοῦ Κυρίου Βάρναλη!
Τό ἀποτέλεσμα τῶν γαλλικῶν, ἔνδεικτικῶς κί οὐχί περιοριστικῶς ἀναφερομένων, ἐκλογῶν, ὄπου εἰσέτι ἕνας “σοφός” λαός ἀφοῦ ὤδινεν ὄρος ἔτεκεν μῦν, ἀποδεικνύει πῶς ἥ σοφία αυτοῦ τοῦ τιτάνα τῆς σκέψεως δικαιοῦται, μετά τήν πάροδον ἐνενῆντα πέντε ἑτῶν ἀπό τήν συγγραφήν της, νά στέκῃ ἐπιβλητικῶς ἀφοριστική διά τήν διαχρονικήν μωρίαν τοῦ ἀνθρώπου.
Τό σῆπον καί μιαρόν σύστημα τῆς ἐξουσίας, ἀκολουθῶντας τήν πεπατημένην, ἀφ’ ἑνός ἄνδρωσεν τό ἔμεσμα  Le Pen καί τό ἐξαπέλυσεν, δίκην μορμοῦς, νά τρομοκρατήσῃ τόν ἤδη οἰκονομικῶς καθημαγμένον καί ἀποπροσανατολισμένον λαόν. Ἀφ’ ἐτερου, ἀφοῦ, ἀπέκδυσεν κάθε νομιμότητος τόν γελοῖον Fillon δημοσιοποιῶντας τά σκάνδαλα του διά νά τόν θυσιάσῃ εἴς τήν ἀρέναν τοῦ ἐξευμενισμοῦ τῆς λαϊκῆς ὀργῆς παρήγαγεν ἕνα ἀποτέλεσμα προφανές καί ἀναμενόμενον, ἀπό κάποιον στοιχειωδῶς σκεπτόμενον, τό προστηθέν ἀνδρείκελον ὅ κύριος (sic) Macron, μίσθαρνον ὄργανον τῶν τραπεζῶν καί γνήσιον τέκνον τοῦ συστήματος μέν, “‘ακομάτιστος”, “νέος” καί “ἄφθαρτος” δέ, φωτεινός καί φαντάζων ὤς ἥ μόνη λύσις μοιραίως ἐπρώτευσεν. Καί ὄπως κάθε, μά κάθε, φορά εἴς κάθε, μά κάθε, ἐκλογικήν διαδικασίαν ἀνά τόν πλάνήτην ὅλοι οἵ ἀδαεῖς συμμετέχοντες εἴς αὐτήν τήν παρωδίαν ἧτο φυσικόν νά νοιώθουν πῶς ἐξήσκησαν τό ὐπέρτατον δημοκρατικόν των δικαίωμα, πῶς ἔπραξαν τό καθῆκον των καί νοιώθουν δικαιωμένοι διά τάς ἐπιλογάς των.
Καί βεβαίως ὅλοι οἵ ἐταίροι αὐτῆς τῆς αἰσχρῆς τερατογενέσεως, αὐτῆς τῆς λυκοαγέλης, ποῦ ἀποκαλεῖται εὐρωπαϊκή ἔνωσις ἔσπευσαν νά πανηγυρίσουν διά τήν σωτηρίαν τῶν ἄνθρώπων ἀπό τό τέρας τοῦ φασισμοῦ τό ὅποῖον, εἰρήσθῳ ἔν παρόδῳ, ἐξαπολύουν κατά βούλησιν ὄποτε νοιώθουν πῶς ἀπειλοῦνται. Ὄρα 1918 Βερολῖνον, 1937 Βαϊμάρη, 1950 Μακάρθυ…
Αὐτήν τήν αἰσχρήν πρακτικήν τοῦ συστήματος καί τήν χειραγώγησιν τῆς μάζης, ὄπου αὐτάρεσκα ἀποκαλλεῖται λαός κατέθεσεν εἴς τήν αἰωνιότηταν ὅ Κύριος Βάρναλης ἐναργέστατα εἴς τήν ἐπικήν συλλογήν του “Τό φῶς ποῦ καίει” ἥ ὀποῖα ἐκυκλοφόρησεν μόλις τό 1920 ἀπαντώντας, ἀπό τότε, τό γελοῖον ἐρώτημα τῶν καιρῶν μας καί τῶν πλατειῶν ” ποῦ εἶναι οἵ ἄνθρωποι τοῦ πνεύματος ; ”
Δυστυχῶς ἥ πρακτική τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου καταδεικνύει, πέραν πάσης ἀμφιβολίας, πῶς τό ὐπέρτατον ὄπλον του, ἥ σκέψις, ἐπαρεδόθει ἄνευ ὄρων καί παραμένει εἴς τήν κατοχήν καί διάθεσιν τῆς ἐκάστοτε ἐξουσίας μέ ἕναν τρόπο ποῦ μοναδικά περιγράφει ἥ Ἀριστέα, πόρνη καί θεραπαίνιδα τοῦ συστήματος εἴς τό τρῖτο μέρος αὐτῆς τῆς μαγικῆς συλλογῆς,

“Ἥ Πολιτεῖα τῶν ἀφεντάδων,
τό Δίκιο τῶν ἀδικητάδων!
Ἔχω τόν πόλεμο θεμέλιο
και δύναμή μου τήν κλεψά.
Ἔχω τό ψέμα γιά βαγγέλιο
κι ὄποιος τό πίνει πιό διψᾶ.
Ἀνήξερο κι ἀθῶο, πριχού
ν’ ἀνοίξῃς, μάτι τοῦ φτωχοῦ,
ξέρω τό φῶς σου ναν τό πάρω
κι εἴτε πονᾶς εἴτε πεινᾶς,
σέ κάνω καί μέ προσκυνᾶς
σωτῆρα ἐμένα καί τό Χάρο.
Τά θύματά μου ἀραδιαστά
στό Μακελειό τραβῶ μπροστά,
μπροστά ζουρνάδες καί μπαϊράκια,
στά κούτελά τους θά χαρῇς
ἄνθη, κορδέλες καί βαράκια —
σάμπως ἀρνάκια τῆς Λαμπρῆς.
Μά νά! Οἵ ἐμπόροι τῆς Σφαγῆς
μένουνε πίσω μου κρυμμένοι.
Δικά τους θάλασσα καί γῆς,
δικοί τους ὅλ’ οἵ σκοτωμένοι.
Καί τοῦς παχαίνω μέ καλό
μιά πιθαμή τόν ἀφαλό.
Ἥ πρώτη ἐγώ, στά τελευταῖα,
εἶμαι δικιά τους Ἀριστέα
κι αὐτοί ’ναι ἥ γνώμη μου κι ὅ νοῦς!
Ἐγώ πλερώνω τίς χαρές τους
κι ὄσα βουτάω ἀπό τοῦς ρέστους
ὅλα τά δίνω σ’ αὐτουνοῦς.”

Ἔχων ἐκμετρήσει πλέον τοῦ μισοῦ αἰῶνος ζωῆς καί πλησιάζων πρός τό τέλος ἄν καί παραμένω πιστός τοῦ Κυρίου Αἰσχύλου ὅστις, εἴς τόν δικόν του Προμηθέα, εἶχεν εἰπεῖ πῶς ἥ ἐλπίς εἶναι ἥ πρώτη λαθρεπιβάτις τοῦ πλοίου τῆς ἀπελπισίας δέν δύναμαι παρά νά στέρξω αὐτήν τήν λαθρεπιβάτιδα. Δέν δύναμαι παρά νά ἐλπίζω πῶς κάποτε ὅ ἄνθρωπος θά σταθῇ ὄρθιος ὄπως τοῦ αρμόζει καί θά διεκδικήση τό δικαίωμα του νά αὐτοπροσδιορίζεται καί νά σκέπτεται ἐλεύθερα! Δίχως τήν ἀνάγκην ἐξουσιῶν καί δίχως νά θέλγεται καί νά πλανᾶται ἀπό θεραπαινῖδες .
Ἄλλως εἶναι τραγικό νά φεύγῃς γνωρίζοντας πῶς ἔπραξες ὅσα ἐδύνασο ἀλλά φεῦ νά ἀποδεικνύονται τόσο ὀλίγα διά νά ἐμποδίσουν τό προδιαγεγραμένο ὐπό τοῦ Κυρίου Βάρναλη τέλος ὄπως τό λέγει ἥ μαϊμοῦ του,

“Και σα γεμίσουν όλ’ οι τόποι
τάφους ηρώων, θεϊκές τιμές,
και λιγοστέψουνε οι ανθρώποι,
θε να περσέψουν οι μαϊμές…”

 

 

 

Advertisements
Καταχωρίσθηκε στὴν κατηγορία ΓΕΝΙΚΩΣ. Φυλάξτε τὸν μόνιμο σύνδεσμο στὰ ἀγαπημένα σας.

Πές τήν ἄποψη σου ;)

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google+. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...